«Αυτό το παιδί» του Joel Pommerat
Ο σκηνικός της χώρος της αποτελεί ταυτόχρονα μια εικαστική έκθεση. Δεκαπέντε καλλιτέχνες δημιούργησαν τους δέκα σκηνικούς χώρους, τα κοστούμια και τα video που προβάλλονται: Αυτοί είναι: η Άννα Αμπαριώτου, ο Μάριος Βουτσινάς, ο Ανδρέας Γεωργιάδης, ο Σάββας Γεωργιάδης, ο Κωνσταντίνος Έσσλιν, η Αλεξία Ευσταθοπούλου, ο Γιάννης Μπεκιάρης, ο Χαρίτωνας Μπεκιάρης, η Έλενα Παπαδημητρίου, ο Κώστας Παππάς, ο Βασίλης Πέρρος, ο Βασίλης Σούλης, η Μαρία Τσάγκαρη, ο Γιώργος Τσεριώνης και ο Κυριάκος Φραντζέσκος.
Το έργο βασίστηκε σε συνεντεύξεις που έδωσαν απλοί άνθρωποι το 2002, σε μια περιοχή εργατικών κατοικιών στη Νορμανδία και διηγήθηκαν προσωπικές τους εμπειρίες, με θέμα τις σχέσεις γονιών και παιδιών: Μια έγκυος μιλάει στο παιδί που πρόκειται να γεννήσει. Ένας χωρισμένος πατέρας προσπαθεί να κατανικήσει την ερωτική έλξη που νιώθει για τη δεκαπεντάχρονη κόρη του και όταν της ανακοινώνει ότι είναι η τελευταία φορά που συναντιούνται, εισπράττει την αδιαφορία της. Μια γυναίκα επιλέγει ένα περαστικό ζευγάρι που το κρίνει κατάλληλο για υιοθετήσει το παιδί της. Ένας ατίθασος έφηβος κακοποιεί τον άρρωστο και άνεργο πατέρα του, μπροστά στην κοινωνική λειτουργό που τους επισκέπτεται. Μια μάνα κάνει παρατηρήσεις στην κόρη της, την ώρα που προβάρει το νυφικό για το γάμο της. Ένας πατέρας επιπλήττει το γιο του για την έλλειψη αυστηρότητας στη διαπαιδαγώγηση του εγγονού του και εκείνος ξεσπάει και τον κατηγορεί για την υπερβολική αυστηρότητα, με την οποία ο ίδιος ανατράφηκε κτλ.
Στους διάφορους σκηνικούς χώρους τού έργου, οι περιπλανώμενοι θεατές οδηγούνται από μια χορεύτρια που κρατάει ένα μεγάλο λευκό μπαλόνι. Σε όλη την έκταση του φουαγιέ, ο Μανόλης Παντελιδάκης τοποθέτησε πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά και στοίβες από εφημερίδες και περιοδικά (ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει η λογοτεχνική εφημερίδα «The book’s journal» με εξώφυλλο και αφιέρωμα στον James Joyce) τα οποία οριοθετούν αποτελεσματικά τον κάθε χώρο και εξυπηρετούν πολύ εντυπωσιακά τη σκηνοθετική σύλληψη για την παρουσίαση του έργου, ως θεατρικό-εικαστικό δρώμενο. Οι θεατές μετακινούνται στους χώρους της παράστασης και στέκονται απέναντι από κάθε σκηνικό χώρο ή κάθονται πάνω στις στοίβες των εντύπων. Μ’ αυτόν τον τρόπο νιώθουν ενεργή τη συμμετοχή και καταλήγουν να αποτελούν και οι ίδιοι ένα μέρος της παράστασης.
Οι ηθοποιοί στήριξαν όλες τις σκηνές της παράστασης, με μοναδικό τρόπο. Η Βάνα Πεφάνη, ο Γιάννης Στεφόπουλος, ο Σωκράτης Αλαφούζος, η Λήδα Ματσάγγου, η Βίκυ Βολιώτη, ο Νεκτάριος Λουκιανός (που, σε κάποιες παραστάσεις, εναλλάσσεται στον ένα ρόλο με τον Αντίνοο Αλμπάνη), η Εύρη Σοφρωνιάδου και η Ζέτη Φίτσιου είναι όλοι εξαιρετικοί. Προσωπικά, ξεχωρίζω τη σκηνή στο νεκροτομείο, που είναι και η μόνη ιστορία του έργου που δεν είναι αληθινή, αλλά επινοημένη: Δύο φίλες πηγαίνουν να αναγνωρίσουν το νεκρό παιδί της μίας, αλλά η έκπληξη που τους περιμένει είναι αναπάντεχη. Η Βάνα Πεφάνη δίνει ρεσιτάλ στο ρόλο της μητέρας που ελπίζει να μην είναι ο γιος της ο νεκρός που βρίσκεται κάτω από το σεντόνι. Στην ίδια σκηνή συγκλονιστικοί είναι ο Γιάννης Στεφόπουλος και η Λήδα Ματσάγγου. Πολύ δυνατές ερμηνευτικά είναι οι σκηνές με τον Σωκράτη Αλαφούζο και τον Νεκτάριο Λουκιανό, όπως και του ίδιου, με τον Γιάννη Στεφόπουλο και την Βάνα Πεφάνη. Όλες, όμως, οι σκηνές της παράστασης -ακόμη κι αυτές με μικρότερη ένταση- χαρακτηρίζονται από τις πολύ σωστές και χωρίς καμία υπερβολή ερμηνείες των ηθοποιών, πολύ σωστά καθοδηγημένων από την Φρόσω Λύτρα. Την μετακίνηση των θεατών στους διαδοχικούς σκηνικούς χώρους έχει αναλάβει να καθοδηγεί η Σοφία Μιχαήλ, η οποία, με την εξαιρετική της κίνηση, συμμετέχει ενεργά και σε πολλά από τα κομμάτια της παράστασης. Επίσης, επιμελήθηκε την κίνηση και των υπόλοιπων ηθοποιών, με πολύ λειτουργικό για την παράσταση τρόπο.
Επίτευγμα αποτελεί η σκηνογραφική επιμέλεια του Μανόλη Παντελιδάκη, που κατορθώνει να συνδυάσει τόσες διαφορετικές εικαστικές τεχνοτροπίες και, ταυτόχρονα, να διατηρήσει μία συνέχεια στο σκηνογραφικό ύφος. Πολύτιμη σ’ αυτό φαίνεται ότι υπήρξε η συνεργασία της Ίριδας Κρητικού. Η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου και οι φωτισμοί του Γιώργου Τέλλου είναι τόσο πολύ ενταγμένα στο κλίμα της παράστασης, που αποτελούν αναπόσπαστο δομικό της στοιχείο. Με όλους αυτούς τους πολύτιμους συνεργάτες, η Φρόσω Λύτρα καταφέρνει να δώσει σάρκα και οστά στο αρχικό της όραμα: Παρουσιάζει το έργο με έναν τρόπο αντισυμβατικό που -την ίδια στιγμή- αναδεικνύει στο έπακρο όλα του τα επί μέρους στοιχεία. Χαρίζει στο αθηναϊκό κοινό μια παράσταση, πάνω στα σκηνοθετικά πρότυπα της προ εικοσιπενταετίας ιστορικής παράστασης «Εγώ ο Αντονέν Αρτώ» του Γιάννη Κακλέα, η οποία παραμένει και σήμερα σημείο ανάφοράς μεταξύ των θεατρόφιλων. Με χαρά, όμως, ο θεατής διαπιστώνει ότι αυτό το σημείο αναφοράς, η σκηνοθέτιδα το ξεπερνά και χαράζει νέους σκηνοθετικούς δρόμους, σε απόλυτη αντιστοιχία με την εποχή της.
Άκης Χαραλαμπίδης
16/11/2012